‘Πρέπει ίσως να αρχίσουμε να συμφιλιωνόμαστε με την ιδέα ότι το μέλλον θα είναι δύσκολο. Και αν συμφιλιωθούμε με αυτήν, ίσως αντικρίσουμε και με μεγαλύτερη ανοχή, καρτερία θα έλεγα, τις αδυναμίες και τις αμαρτίες τόσο τις δικές μας όσο και του εκάστοτε άλλου, του απέναντι.’


Είχαμε τη χαρά και την τιμή να συναντήσουμε τον συγγραφέα Κώστα Κουτσουρέλη στην ΠΥΡΝΑ με αφορμή την ολοκλήρωση του κύκλου τριών ομιλιών στον πολιτιστικό χώρο της Κηφισιάς με θέμα τις ελληνογερμανικές σχέσεις. Συνομιλώντας με το VISION NETWORK ATHENS και την Μαρία Λαμπίρη απαντά σε τέσσερα ερωτήματα.

1. Γνωρίζετε καλά τον γερμανόφωνο χώρο έχοντας ζήσει στη Γερμανία αλλά και μέσα από την ποίηση και τη λογοτεχνία που χρόνια υπηρετείτε. Πώς θα περιγράφατε τις σχέσεις των δύο λαών σήμερα;

  Θα τις χαρακτήριζα προβληματικές. Οι οικονομικές συνθήκες, η κρίση του ευρώ, οι ενδοευρωπαϊκές διενέξεις έχουν οδηγήσει τις μεταξύ μας σχέσεις σε ένα σημείο όπου καμιά τους πλευρά, ούτε εκείνη του πολιτισμού, δεν μένει ανεπηρέαστη. Θέλω να πω, οι προστριβές δεν είναι πια μόνον οικονομικές. Υπάρχει μεγάλο χάσμα, ιδίως ψυχικό, μεταξύ μας, χάσμα που νομίζαμε ότι τα προηγούμενα χρόνια είχε γεφυρωθεί, στην κοινή πορεία προς μια ενωμένη Ευρώπη. Και που τώρα διαπιστώνουμε ότι χαίνει ακόμα μπροστά μας.

2. Αφουγκράζεστε τα τελευταία δύσκολα για την Ελλάδα χρόνια κάποια αλλαγή στη ματιά με την οποία κοιτάζει ο ένας λαός τον άλλο και αν ναι προς ποια κατεύθυνση βλέπετε να συντελείται αυτή η αλλαγή;

  Η επί τα χείρω αλλαγή είναι προφανής. Το βλέπει κανείς ακόμα και στις διαπροσωπικές, τις φιλικές ή επαγγελματικές σχέσεις. Ξέρετε, όταν αλλάζει η εικόνα που έχει κάποιος σχηματίσει για έναν ολόκληρο λαό, αλλάζει και ο τρόπος που βλέπει τα μεμονωμένα μέλη του, ακόμη κι άθελά του. Σήμερα οι Έλληνες βλέπουν πολύ δυσμενέστερα τους Γερμανούς, και κάτι παρόμοιο ισχύει και για τους Γερμανούς απέναντί μας. Και το χειρότερο είναι ότι τα διαθέσιμα μέσα, του διαλόγου λ.χ., δύσκολα λειτουργούν αντισταθμιστικά, διότι και οι μεν και οι δε απέχουμε πολύ από το να κατανοούμε πράγματι την θέση στην οποία βρίσκεται ο απέναντί μας.

3. Ποιον ρόλο θεωρείτε ότι μπορούν να διαδραματίσουν η ποίηση και η τέχνη γενικότερα στην αλληλοκατανόηση των ανθρώπων μεταξύ γερμανόφωνου και ελληνόφωνου χώρου;

  Δεν θα έλεγα ότι η τέχνη, η λογοτεχνία ειδικά, έχει αποστολή της να προάγει την “αλληλοκατανόηση”. Αν και όποτε πετυχαίνει πράγματι κάτι τέτοιο, αυτό γίνεται παρεμπιπτόντως, δίπλα στον κύριο της σκοπό, που είναι αισθητικός, και μάλιστα το κατορθώνει όχι απαραίτητα με τρόπο που θα μας άρεσε. Η λογοτεχνία δεν μας υποδεικνύει μόνο τον δρόμο της συμφιλίωσης ή της καταλλαγής. Ενίοτε μας δείχνει ότι κάτι τέτοιο υπό συγκεκριμένες συνθήκες μπορεί να είναι και αδύνατο.

Κακά τα ψέματα, η μεταπολεμική ευημερία και η ανέφελη συμπόρευση των ευρωπαϊκών λαών επί δεκαετίες δημιούργησε την ψευδαίσθηση ότι οι παμπάλαιες διαφορές μεταξύ μας, η διαφορά μεταξύ Βορρά και Νότου, μεταξύ Μεσογείου και Μεσευρώπης, η διαφορά στις νοοτροπίες, τις πολιτικές προτεραιότητες, τις πολιτισμικές καταβολές, είχαν μια για πάντα υπερβαθεί. Οι πατέρες της ευρωπαϊκής ιδέας πίστεψαν ότι μπορούσαν να ενοποιήσουν αιωνόβιες, αποκλίνουσες μεταξύ τους στάσεις και κουλτούρες –διοικητικές, νομικές, επιχειρηματικές, πολιτικές κλπ.– εν μια νυκτί. (Γιατί βέβαια, ιστορικά μιλώντας, τα 60 χρόνια από τη Συνθήκη της Ρώμης είναι μόλις μια νύχτα…)

Όμως από μόνη της η προγραμματική βούληση δεν γίνεται να ξεπεράσει τα εμπόδια της ιστορίας. “Culture eats strategy for breakfast”, έχουν πει προσφυώς. Αν κάτι μπορεί να συνεισφέρει η λογοτεχνία σήμερα, θα έλεγα ότι είναι να μας δείξει τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε να κατορθώσουμε. Και να αποπειραθεί ίσως, με τα δικά της πάντα μέσα, να μας εξηγήσει γιατί.

4. Ποιο κατά τη γνώμη σας βλέπετε ως το μεγαλύτερο «στοίχημα» για το μέλλον των λαών της Ευρώπης και με ποιον τρόπο θα μπορούσαν να συμβάλλουν οι Τέχνες στις σημερινές προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει η Γηραιά Ήπειρος;

  Εμπρός στα προβλήματα που αντιμετωπίζει η σημερινή Ευρώπη, η λέξη μέλλον φαίνεται να έχει χάσει το νόημά της. «Το μέλλον δεν είναι πια αυτό που ήταν», έλεγε ο Πωλ Βαλερύ, σε μια εξίσου κρίσιμη εποχή, τον Μεσοπόλεμο. Ώς χθες ακόμη θεωρούσαμε το μέλλον εξασφαλισμένο, πιστεύαμε ότι η πρόοδος είναι βέβαιη και ότι κάθε γενιά θα δει τα παιδιά της να ζουν καλύτερα από την ίδια. Αυτό πια δεν ισχύει. Ούτε η οικονομική ευμάρεια είναι βέβαιη, ούτε η προσωπική μας ασφάλεια –δείτε τι γίνεται με την τρομοκρατία…–, ούτε ίσως η ίδια η ειρήνη. Ποιος θα φανταζόταν μόλις πριν δέκα χρόνια το σημερινό αδιέξοδο στη Συρία ή την Ουκρανία; Ποιος υποψιαζόταν τη δεκαετία του 1980, την αιματοχυσία που έμελλε να διαλύσει τη Γιουγκοσλαβία; Πρέπει ίσως να αρχίσουμε να συμφιλιωνόμαστε με την ιδέα ότι το μέλλον θα είναι δύσκολο. Και αν συμφιλιωθούμε με αυτήν, ίσως αντικρίσουμε και με μεγαλύτερη ανοχή, καρτερία θα έλεγα, τις αδυναμίες και τις αμαρτίες τόσο τις δικές μας όσο και του εκάστοτε άλλου, του απέναντι. Αντιθέτως, όσο μεγαλύτερες είναι οι προσδοκίες από τις οποίες εκκινούμε, τόσο μεγαλύτερη είναι και η πιθανότητα να αποκαρδιωθούμε από το τελικό αποτέλεσμα. Όσο περισσότερα απαιτούμε από το μέλλον, φοβάμαι, τόσο περισσότερο απαξιώνουμε το παρόν, αυτά τα διόλου λίγα που ήδη έχουμε.

Share and Enjoy !

0Shares
0 0